Αναστασία Ξενοφώντος Γαϊτάνου  ΑΡΧΙΚΗ | ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ | ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ | ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 

 
 

 
 

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | ΘΕΑΤΡΟ | ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ | ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ | ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΠΑΝΕΡΙ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΑΦΗ

 
     
 
  Πρώτη Χρονιά - Τα ταξίδια του Λίλη  
 

Η περιπέτεια ξεκινά!!

Γεια σας φίλοι μου, ελπίζω να μην με ξεχάσατε. Είμαι ο Λίλης από το ξακουστό γένος των Μυρμ-Αϊνστάιν. Όλο αυτό τον καιρό δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω μαζί σας γιατί ταξίδευα. Ναι, καλά ακούσατε. Έφυγα απ τη φωλιά μου με μόνο σύντροφό μου ένα βιβλίο. Μα ας πάρω τα πράγματα απ την αρχή.

Μια μέρα ενώ καθάριζα το πατάρι της μαμάς μου ανακάλυψα ένα παμπάλαιο μπαούλο. Η φαντασία μου οργίαζε. Έβλεπα κιόλας στο εσωτερικό του σπόρους σιταριού, καλαμποκιού και κριθαριού, τον πολυτιμότερο θησαυρό για μας τα μυρμήγκια. Φαντάζεστε λοιπόν την απογοήτευσή μου όταν άνοιξα το μπαούλο και  βρήκα ένα μικρό βιβλίο, μόνο ένα βιβλίο! Τόσο πολύ εκνευρίστηκα που σκέφτηκα να το αφήσω εκεί και να φύγω. Κάτι όμως με έσπρωξε να το πάρω. Ευτυχώς γιατί όταν το άνοιξα κατάλαβα ότι στ αλήθεια ήταν θησαυρός, ένα θησαυρός ανεκτίμητος.

Το βιβλίο ανήκε στον προπροπροπαππου μου, τον Λίλη-εξερευνητή. Οι γονείς μου απέφευγαν να μιλούν γι αυτόν και τώρα κατάλαβα γιατί. Δεν ήθελαν να μου μπουν ιδέες, και είχαν δίκιο γιατί με το που το διάβασα ήθελα αμέσως να ακολουθήσω το παράδειγμά του. Το βιβλίο ήταν γεμάτο μυστικές διαδρομές, χάρτες από άγνωστες χώρες και ζωγραφιές διάφορων παράξενων αντικειμένων και πλασμάτων. Πέρασα όλη τη νύχτα διαβάζοντας το και το πρωί με βρήκε αποφασισμένο. Θα έφευγα από τη φωλιά μου, θα ταξίδευα κι εγώ και θα έκανα τις δικές μου ανακαλύψεις.

Υπήρχε μόνο ένα πρόβλημα. Θα έπρεπε να φύγω κρυφά γιατί αν το μάθαιναν οι γονείς μου δεν θα με άφηναν με τίποτα να φύγω. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να τους αφήσω ένα μήνυμα και να φύγω χωρίς να πω σε κανέναν τίποτα.

Μαμά, μπαμπά αποφάσισα να φύγω, να ανακαλύψω νέους τόπους και πράγματα. Μην ανησυχείτε για μένα, θα τα καταφέρω. Έχετε μου εμπιστοσύνη.

Την επόμενη κιόλας μέρα πήρα το βιβλίο και το σακίδιό μου και έφυγα. Ο κόσμος με περίμενε, η περιπέτεια με καλούσε!!!

Η συνέχεια στο επόμενο
 
 

 
 

Η παράξενη φωλιά !!!

Γεια σας και πάλι φίλοι μου. Εγώ είμαι πολύ καλά και απολαμβάνω την προσοχή που μου δίνουν όλοι. Από τότε που γύρισα από τα ταξίδια μου όλοι με περιτριγυρίζουν και μου ζητάνε να τους διηγηθώ τις περιπέτειες μου. Κι εγώ φυσικά δεν τους χαλάω το χατίρι.

Την ίδια μέρα κιόλας που βρήκα το βιβλίο του προπροπροπάππου μου αποφάσισα να φύγω από τη φωλιά μου. Έτσι τη νύχτα όταν όλοι κοιμόντουσαν, άφησα το σημείωμά μου και ξεκίνησα.

Με το βιβλίο του προπροπροπάππου μου στη μια κεραία και με το φακό στην άλλη ακολούθησα τον παλιό δρόμο που οδηγούσε στις φυτείες. Όταν βρήκα τη σπασμένη πινακίδα σταμάτησα. Εκεί, σύμφωνα με το βιβλίο, θα έβρισκα το άνοιγμα μιας φωλιάς. Άρχισα να ψάχνω. Πράγματι λίγα μέτρα στα δεξιά της πινακίδας, πίσω από κάτι τσουκνίδες βρισκόταν η φωλιά, πρόχειρα κλεισμένη. Έβαλα το φακό ανάμεσα στις κεραίες μου και άρχισα να σκάβω. Μετά από αρκετή ώρα κατάφερα να μεγαλώσω το άνοιγμα ώστε να με χωράει. Προσπάθησα να δω με το φακό το εσωτερικό της αλλά δεν ξεχώριζα τίποτα. Έτσι αποφάσισα να μπω μέσα παρά το ότι ο φόβος κυρίευσε το κορμί μου και έκανε τις κεραίες μου να τρέμουν επικίνδυνα.

Στην αρχή ήταν όλα φυσιολογικά και αναθάρρησα λιγάκι. Έμοιαζε με την έξοδο της δικής μας φωλιάς. Μετά όμως από λίγο το άνοιγμα στένεψε και μια στυφή μυρωδιά άναψε μέσα μου συναγερμό. Αποφάσισα να σταματήσω και να γυρίσω πίσω αλλά ήταν ήδη αργά. Το σώμα μου άρχισε να γλιστράει με απίστευτη ταχύτητα, ο φακός έπεσε και έγινε χίλια δυο κομμάτια και παρά τις προσπάθειες μου έχασα τον έλεγχο του εαυτού μου. Λίγο πριν απελπιστώ ένιωσα να πέφτω στο κενό.

Πέρασαν μερικές στιγμές προτού βρω το θάρρος να ορθώσω τις κεραίες μου. Όταν τελικά το έκανα ένα εκτυφλωτικό φως με τύφλωσε. Στη στιγμή χιλιάδες ερωτήσεις βομβάρδισαν το μυαλό μου. Πού να βρίσκομαι; Μήπως πέθανα;

Η συνέχεια στο επόμενο
 
 

 
 

Τα γιγάντια μυρμήγκια !

Το άνοιγμα που ανακάλυψα σύμφωνα με τις οδηγίες του παππού μου με οδήγησε σε ένα ολόφωτο μέρος. Οι κεραίες μου σαν τρελές προσπαθούσαν να αποκρυπτογραφήσουν το περιβάλλον γύρω μου.

Βρισκόμουν σε μια μικρή πλατεία και περιστοιχιζόμουν από τεράστιες φυτείες, σιταριού, καλαμποκιού και κριθαριού, μέσα από τις οποίες έφταναν κοντά μου ομιλίες. Σηκώθηκα με κόπο και ακολούθησα τις φωνές που όσο πλησίαζα γίνονταν πιο δυνατές και άγριες. Κρυμμένος πάντα πίσω από τα φυτά ίσα που διέκρινα τους εργάτες να δουλεύουν και τα αφεντικά τους να τους διατάζουν με μαστίγια στα χέρια. Όταν πλησίασα περισσότερο με περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Οι εργάτες που δούλευαν στα χωράφια δεν ήταν μυρμήγκια σαν εμένα αλλά άνθρωποι, άντρες, γυναίκες και παιδιά στο μπόι όμως το δικό μου ενώ αυτοί που τους διάταζαν ήταν μυρμήγκια, τεράστια μυρμήγκια. Η αναπνοή μου κόπηκε. Δεν ήταν δυνατόν!

Συνέχισα να κοιτάζω άπληστα όταν ήχησε ένα κουδούνι. Τότε οι άνθρωποι σταμάτησαν τη δουλειά τους και ετοιμάστηκαν να φύγουν. Τέλος η δουλειά. Σε λίγα λεπτά άδειασε σχεδόν ο τόπος κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Να τους ακολουθήσω στα κρυφά ή να φανερωθώ; Τελικά αποφάσισα να κάνω το πρώτο γιατί κάτι μέσα μου έλεγε ότι κινδύνευα. Αφού έμεινα για λίγο αναποφάσιστος οι κεραίες μου εντόπισαν ένα αγόρι που πήρε τον αντίθετο δρόμο από τους υπόλοιπους. Το πρόσωπό του ήταν τόσο λυπημένο! Αποφάσισα να τον ακολουθήσω νιώθοντας ότι θα μπορούσε να με βοηθήσει.

Το διαμέρισμά του ήταν μικρό, φτιαγμένο από ένα παράξενο υλικό, πλιθάρι νομίζω πως το έλεγαν οι άνθρωποι. Με το που έφτασε εκεί άνοιξε την πόρτα αλλά δεν βγήκε κανείς να τον υποδεχτεί. Τότε κατάλαβα. Αυτό το αγόρι ήταν μόνο, χωρίς οικογένεια. Να, γιατί ήταν λυπημένο. Αποφάσισα δειλά-δειλά να φανερωθώ. Χτύπησα την πόρτα και περίμενα. Αφού σκούπισε βιαστικά το πρόσωπό του γύρισε και με είδε. Ίσα που πρόλαβα να δω τα δάκρυα του που άφησαν τα χνάρια τους στο πρόσωπό του. Κούνησα τις κεραίες μου, Γεια σου, είμαι ξένος εδώ, μπορώ να μπω μέσα; Δεν θα σου κάνω κακό. Το αγόρι τα έχασε, γούρλωσε τα μάτια και έμεινε σαστισμένο να με βλέπει.

Η συνέχεια στο επόμενο
 
 

 
 

Ένας αναπάντεχος φίλος

Γιγάντια μυρμήγκια, άνθρωποι στο μπόι το δικό μου. Οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Η χαρά όμως και ο ενθουσιασμός μου σκιάζονταν από την αγωνία και τον φόβο. Βρισκόμουν σε έναν άγνωστο τόπο και έπρεπε να βρω κάποιον να εμπιστευτώ. Γι αυτό ακολούθησα το αγόρι, έμοιαζε τόσο φιλικό και λυπημένο.

Η έκπληξή του που με είδε ήταν πιο μεγάλη και από τη δική μου. Κούνησα τις κεραίες μου και του είπα λόγια φιλικά. Με πλησίασε ακόμη περισσότερο και με άγγιξε.

-Μα δεν είναι δυνατόν, ψιθύρισε. Ένα μικρό μυρμήγκι!

Μετά απ αυτό ο πάγος έσπασε και οι ερωτήσεις του έπεφταν βροχή. Ο κόσμος μου ήταν άγνωστος γι αυτόν όπως και ο δικός του σε μένα.  

Του μίλησα για την οικογένειά μου και το ξακουστό γένος των Μυρμ-Αϊνστάιν ενώ εκείνος μου εξήγησε ότι οι μικρόσωμοι άνθρωποι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι αυτού του τόπου αλλά μετά ήρθαν τα γιγάντια μυρμήγκια που με τη βία πήραν την εξουσία και τους έκαναν σκλάβους.

-Και οι γονείς σου; τον ρώτησα με δισταγμό.
-Οι γονείς μου πάει, χάθηκαν στη μάχη που δώσαμε με τα μυρμήγκια.

Πόσο τον λυπήθηκα! Ποτέ δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς την οικογένειά μου. Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε μια ιδέα.

-Γιατί δεν φεύγεις απ εδώ;
-Και πού να πάω;
-Έλα μαζί μου! Να δούμε άλλους τόπους!

Πέρασαν λίγες στιγμές αλλά μια σπίθα φώτισε το βλέμμα του. Μια σπίθα που κατάφερε να διώξει τη λύπη που μέχρι τότε φώλιαζε εκεί.

-Εντάξει, θα έρθω. Μόνο που θα πρέπει να φύγουμε χωρίς κανένας να μας δει. Αν μας συλλάβουν θα μας σκοτώσουν.

Η συνέχεια στο επόμενο
 
 

 
 

Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται !!!                   

Εγώ και ο αναπάντεχος φίλος μου, ο Γιώργος,  αποφασίσαμε να φύγουμε από εκείνο τον επικίνδυνο τόπο. Πώς θα φεύγαμε όμως χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι; Δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο.  Άνοιξα το βιβλίο του προπροπροπάππου μου με την ελπίδα ότι θα μας βοηθούσε να βρούμε την έξοδο. Το έψαξα, το έκανα φύλλο φτερό αλλά το μόνο που βρήκα ήταν η ζωγραφιά ενός γιγάντιου μυρμηγκιού και από κάτω το σχήμα ενός σταυρού και ένα γρίφο:

Για τη μεγάλη δίψα ένα είναι το γιατρικό.
Να θυμάσαι! Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται!

Το διαβάσαμε, το ξαναδιαβάσαμε αλλά άκρη δεν βγάλαμε. Αποφασίσαμε να το πάρουμε βήμα προς βήμα. Αρχίσαμε με το σχήμα σταυρού! Λέγαμε ότι μας ερχόταν στο νου.

Μήπως συμβολίζει φαγητό, ρούχο, καρότσι, μολύβι, βιβλίο, δρόμο, όνομα ...

Χάνουμε άδικα το χρόνο μας!, παραπονέθηκα. Δεν πρόκειται ποτέ να το βρούμε.

Κι όμως! Για ξαναπές την προτελευταία λέξη.

Το δρόμο;, ρώτησα εγώ απορημένος.

Ακριβώς! Το σχήμα αυτό συμβολίζει ένα δρόμο.

Περιμέναμε να σκοτεινιάσει και ξεκινήσαμε. Ευτυχώς δεν είχαμε καμιά δυσάρεστη συνάντηση. Όταν φτάσαμε δεν πίστευα στα μάτια μου. Στ αλήθεια ο δρόμος σχημάτιζε ένα σταυροδρόμι. Τώρα λοιπόν έμενε να λύσουμε τον γρίφο. Κάτι που αποδείχτηκε πιο δύσκολο απ ότι περιμέναμε. Ψάξαμε γύρω μας μπας και βρούμε κανένα σημάδι αλλά τίποτα, μόνο σε μια γωνιά υπήρχαν μερικές πέτρες σε σχήμα κύκλου. Η ώρα κυλούσε κι εμείς δεν βρίσκαμε τη λύση ώσπου η θεά τύχη έβαλε το χεράκι της.

Μετά από την τόση ταλαιπωρία και απογοήτευση κάθισα στις πέτρες να ξεκουραστώ αλλά οι πέτρες κύλησαν και με έριξαν μέσα. Ο φόβος με παρέλυσε αλλά η θέληση μου για ζωή μου έδωσε δύναμη, δύναμη που δεν πίστευα ότι είχα. Ενώ λοιπόν έπεφτα στο κενό, τέντωσα τις κεραίες μου προσπαθώντας να πιαστώ από κάπου. Και πράγματι η κεραία μου άγγιξε κάτι μεταλλικό, αμέσως πιάστηκα απ εκεί και με ένα γδούπο κατάφερα να βάλω ένα τέλος στην τρελή μου πορεία. 

Όταν ξεπέρασα το πρώτο σοκ συνειδητοποίησα ότι αυτό στο οποίο κρατιόμουν ήταν μια σκάλα. Κοίταξα κάτω και αμέσως το μυαλό μου φωτίστηκε. Βρισκόμουν σε ένα πηγάδι! Για τη μεγάλη δίψα ένα είναι το γιατρικό. Το νερό! Να θυμάσαι. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.

Το πηγάδι ήταν τελικά η έξοδος. Ποιος να το πίστευε.
 
 

 
 

Οι εκπλήξεις συνεχίζονται                                                  

Με το που έπεσα στο πηγάδι πίστεψα ότι ήρθε το τέλος μου. Το πηγάδι όμως ήταν η διαφυγή μας και όχι ο τάφος μας. Ποιος θα το πίστευε ότι ένα πηγάδι θα μας οδηγούσε σ έναν καινούριο κόσμο γεμάτο εκπλήξεις και μυστικά.

Με το που πιάστηκα στη σκάλα άκουσα τη φωνή του φίλου μου να με καλεί. Ανέβηκα πάνω και του ζήτησα να μ ακολουθήσει. Δεν απάντησα στις εύλογες ερωτήσεις του. Ο χρόνος μας πίεζε. Είχε αρχίσει να χαράζει.

Το πηγάδι ήταν υγρό και σκοτεινό. Με το φακό όμως στη μια κεραία και με την άλλη πάνω στη σκάλα προχωρούσα με γοργό ρυθμό.  Οι δυνάμεις μου με είχαν σχεδόν εγκαταλείψει όταν επιτέλους έφτασα στο τελευταίο σκαλί. Πήδηξα με κόπο και με ανακούφιση δέχτηκα το λιγοστό νερό πάνω στο κορμί μου. Δεν άργησα να νιώσω στο πλάι μου τον φίλο μου. Και οι δύο χαρούμενοι που η ταλαιπωρία μας είχε πια τελειώσει ήπιαμε λαίμαργα όσο νερό μπορούσε να χωρέσει το διψασμένο μας κορμί.

Όταν πια κορέσαμε τη δίψα μας και η κούραση έφυγε από τα πονεμένα μέλη μας συρθήκαμε μέχρι το άνοιγμα. Με επιφυλακτικότητα κοιτάξαμε έξω και μόνο όταν είδαμε ότι οι δρόμοι ήταν έρημοι αποφασίσαμε να κινηθούμε. Βγήκαμε έξω και κρυφτήκαμε πίσω από ένα σωρό πέτρες. Πέρασε λίγη ώρα και όταν βεβαιωθήκαμε ότι το πεδίο ήταν ελεύθερο τρέξαμε προς στο πρώτο κτίριο που βρήκαμε μπροστά μας. Κάνοντας νοήματα ο ένας στον άλλον κρυφοκοιτάξαμε από το παράθυρο και αυτό που είδαμε ήταν μια συνηθισμένη σκηνή. Μυρμήγκια, εκατοντάδες μυρμήγκια δούλευαν πυρετωδώς, πότιζαν, φρόντιζαν, έκοβαν τα λαχανικά. Εκεί που ετοιμαζόμασταν να απομακρυνθούμε για να συνεχίσουμε την εξερεύνηση κάτι μας τράβηξε την προσοχή. Τα κοιτάξαμε ξανά και ξανά. Αυτά τα μυρμήγκια δεν ήταν συνηθισμένα. Κάτι τους έλειπε. Κοίταξα τον φίλο μου και κατάλαβα ότι κι αυτός είχε την ίδια απορία. Ξανακοιτάξαμε με προσοχή και η διαπίστωση που κάναμε μας τάραξε. Τα μυρμήγκια αυτά ήταν χωρίς κεραίες. Έπεσα βαρύς κάτω.

-Δεν είναι δυνατόν! Μουρμούριζα. Δεν είναι δυνατόν!
-Κι όμως είναι. Αυτά που είδαμε είναι μυρμήγκια.
-Μα πώς γίνεται ένα μυρμήγκι να μην έχει κεραίες;
-Γίνεται αν δεν είναι πραγματικό μυρμήγκι.
-Τι; Εννοείς ότι...
-Ναι τα μυρμήγκια που μόλις είδαμε είναι ψεύτικα.

Η συνέχεια στο επόμενο
 
 

 
 

Τα ασυνήθιστα μυρμήγκια!!!                               

Οι δυο μας φίλοι είχαν κολλήσει τη φάτσα τους στο τζάμι και παρακολουθούσαν τα εκατοντάδες μυρμήγκια που βρίσκονταν στο μεγάλο άσπρο θερμοκήπιο. Ο Λίλης είχε μεγαλώσει σ ένα παρόμοιο μέρος και ήταν αυτός που εντόπισε πρώτος τις διαφορές.

Τα μυρμήγκια αυτά κινούνταν με μικρές, κοφτές κινήσεις λες και τα τραβούσε κάποιος από ένα αόρατο νήμα, ενώ το κεφάλι τους δεν είχε κεραίες και δεν γύριζε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά.

-Μμ, κάτι παράξενο συμβαίνει εδώ, ψιθύρισε ο Λίλης στο φίλο του.
-Ποιοι είστε εσείς;

Μια τσιριχτή φωνή τον έκανε να σιωπήσει απότομα. Γύρισε και είδε ένα μυρμήγκι να τους βλέπει επίμονα. Η ματιά του έπεσε αμέσως πάνω στις κεραίες του και ησύχασε λιγάκι με τη σκέψη ότι αυτό τουλάχιστον ήταν ένα συνηθισμένο μυρμήγκι.

-Ακολουθήστε με, τους διέταξε.

Μόνο τότε είδαν ότι το μυρμήγκι αυτό δεν περπατούσε αλλά καθόταν σε μια φλούδα από πεπόνι που στηριζόταν σε δύο καρπούζια. Κι αυτό το παράξενο κατασκεύασμα κινιόταν με τη βοήθεια ενός πλακουτσωτού ξύλου. Οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μια την άλλη και παρόλο που ήταν φοβισμένοι η περιέργειά τους υπερνικούσε το φόβο και την ανασφάλεια που ένιωθαν.

Το μυρμήγκι τους οδήγησε στο πιο περίεργο διαμέρισμα που είδαν μέχρι τώρα. Ήταν τεράστιο και πολύχρωμο και είχε το σχήμα της κεραίας. Μπήκαν μέσα και θαμπώθηκαν από το έντονο φως που έμπαινε από τα αμέτρητα παράθυρα που υπήρχαν στην οροφή. Κανείς δεν κυκλοφορούσε και αυτό τους παραξένεψε πολύ.

-Μα πού έχουν πάει όλοι; τόλμησε να ρωτήσει ο φίλος του.

-Είναι η μέρα του μαρουλιού σήμερα, του απάντησε ο οδηγός τους με ένα ύφος λες και έπρεπε να το ξέρει.

Ο Λίλης και ο φίλος του αντάλλαξαν μια απορημένη ματιά. Δεν καταλάβαιναν τίποτα. Συνέχισαν όμως να περπατούν.  Πέρασαν αμέτρητες πόρτες και στενούς διαδρόμους, ανέβηκαν και κατέβηκαν σκάλες μέχρι που έφτασαν πίσω από μια τεράστια κόκκινη πόρτα. Από μέσα ακουγόταν μια παράξενη μουσική.

 Όταν επιτέλους άνοιξε η πόρτα, ο Λίλης και ο φίλος του αντίκρισαν ένα θέαμα που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ τους. Χιλιάδες μυρμήγκια με παράξενες, πολύχρωμες στολές χόρευαν και τραγουδούσαν γύρω από ένα μεταλλικό θρόνο.

Η συνέχεια στο επόμενο
 
 

 
 

Σπίτι μου σπιτάκι μου!                          

Βρίσκονταν έξω από μια τεράστια κόκκινη πόρτα που όταν άνοιξε τους φανέρωσε ένα πρωτόγνωρο θέαμα. Αμέτρητα μυρμήγκια να διασκέδαζαν σε ξέφρενους ρυθμούς. Απορροφημένοι από το θέαμα δεν πρόσεξαν ότι ο συνοδός τους είχε εξαφανιστεί και ανήσυχοι κοιτούσαν με αμηχανία γύρω τους όταν τους παράσυραν κι αυτούς στον τρελό χορό.

Όταν πια το κέφι κόπασε κατάφεραν να πλησιάσουν τον μεταλλικό θρόνο που ήταν γεμάτο κουμπιά και μοχλούς και να μιλήσουν στη βασίλισσα της φωλιάς. Αν και η καρδιά τους κτυπούσε άγρια έφτασε η στιγμή που θα έλυναν όλες τις απορίες τους.

Η βασίλισσα τους ήταν ένα θεόρατο μυρμήγκι με δύο ζευγάρια φτερά και οκτώ μάτια.  

-Καλωσορίσατε στην πιο εξελιγμένη φωλιά μυρμηγκιών, ήταν τα πρώτα της λόγια και χωρίς να ρωτήσει τίποτα γι αυτούς τους μίλησε για τον τρόπο της δικής τους ζωής αλλά κυρίως για τις νέες τους ανακαλύψεις.

Όταν πια τελείωσε, ο Λίλης και ο φίλος του είχαν σαστίσει στ αλήθεια. Τα μυρμήγκια αυτά ανέτρεπαν όλα όσα ήξεραν. Δεν δούλευαν ποτέ αφού είχαν άλλους να δουλεύουν γι αυτούς, τα ρομπότ. Οι νέοι αυτοί εργάτες ήταν παραγωγικοί και ελέγχονταν με τα κουμπιά και τους μοχλούς που βρίσκονταν στο θρόνο της βασίλισσας. Και τι έκαναν όλη μέρα; Πώς περνούσαν τη μέρα τους; Μα φυσικά διασκεδάζοντας αφού κάθε μέρα είχαν και μια διαφορετική γιορτή αλλά και προσπαθώντας να ανακαλύψουν καινούρια πράγματα που θα τους εξυπηρετούσαν, όπως το όχημα που είχαν δει προηγουμένως. Η ζωή σ αυτή τη φωλιά φάνταζε ονειρική, γι αυτό και δέχτηκαν την πρόσκληση της βασίλισσας  να μείνουν για λίγες μέρες.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν οι πιο ξέγνοιαστες μέρες της ζωής τους. Όσο όμως περνούσαν οι μέρες η διασκέδαση και η ξεκούραση δεν τους ευχαριστούσε πια αλλά αντίθετα τους κούραζε. Είχαν γίνει δύο βαριεστημένα πλάσματα που τίποτα δεν τους γέμιζε χαρά ούτε και ικανοποίηση. Σιγά-σιγά ο Λίλης άρχισε να νοσταλγεί το σπίτι του, τους γονείς του, τους φίλους του έτσι πήρε την απόφαση να επιστρέψει στο σπίτι του.

-Έλα μαζί μου, είπε στον φίλο του. Η φωλιά μου δεν είναι εξελιγμένη όπως αυτή εδώ αλλά εκεί θα απολαύσεις τις μικρές χαρές της ζωής, την ικανοποίηση μετά από μια κουραστική μέρα στα θερμοκήπια, τις ιστορίες του παππού μου, το ανέμελο παιγνίδι με τους φίλους μου και τις σκανταλιές στο σχολείο.

Δεν κουράστηκε να τον πείσει, έτσι μια μέρα αφού ευχαρίστησαν τον αρχηγό της φωλιάς για την φιλοξενία που τους πρόσφερε πήραν το δρόμο της επιστροφής.