Αναστασία Ξενοφώντος Γαϊτάνου  ΑΡΧΙΚΗ | ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ | ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ | ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 

 
 

 
 

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ | ΘΕΑΤΡΟ | ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ | ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ | ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΠΑΝΕΡΙ | ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ | ΕΠΑΦΗ

 
     
 
  Δεύτερη Χρονιά - Τα ταξίδια του Λίλη  
 
 

Επιθυμία για επιστροφή!!!                                        

Γεια σας και πάλι φίλοι μου. Χαίρομαι τόσο πολύ που μπορώ και πάλι να επικοινωνώ μαζί σας. Άνοιξε το σχολείο! Γιούπι! Ναι, μην παραξενεύεστε που μου αρέσει το σχολείο. Τόσο καιρό που ταξίδευα το πεθύμησα πολύ! Και έλειψα πολύ-πολύ καιρό. Την τελευταία φορά που επικοινωνήσαμε σας είχα μιλήσει για τα μυρμήγκια-εφευρέτες. Στη φωλιά τους είδαμε τις πιο σπουδαίες ανακαλύψεις που έκαναν τη ζωή τους ξέγνοιαστη και ωραία. Μας φιλοξένησαν και ζήσαμε εκεί ωραίες και ανέμελες στιγμές. Μόνο που η ανέμελη ζωή είναι βαρετή όταν διαρκεί πολύ. Κι εγώ όχι μόνο βαρέθηκα αλλά πεθύμησα και τη φωλιά μου, με τα καλά και τα κακά της. Έτσι αποφάσισα να επιστρέψω πίσω, μαζί με το φίλο μου τον Γιώργο.

Το ταξίδι της επιστροφής ξεκίνησε με καλούς οιωνούς. Τα μυρμήγκια εφευρέτες μας έδωσαν προμήθειες και μας έδειξαν ένα σύντομο δρόμο που θα μας οδηγούσε στη φωλιά μας. Η συνέχειά όμως δεν ήταν όπως την περιμέναμε!

Είχαμε προχωρήσει αρκετά όταν ξαφνικά είδαμε μπροστά μας ένα δάσος, μια σκοτεινή μάζα με ψηλά δέντρα που τα κλαδιά τους έμοιαζαν να φτάνουν στον ουρανό. Μας κόπηκε η ανάσα. Φάνταζε τόσο, τόσο τρομακτικό! Ο φίλος μου σταμάτησε και παρά τις προτροπές μου δεν έλεγε να προχωρήσει.

-Θα μας καταπιεί! μου είπε με έκδηλο τον φόβο στα μάτια του.
-Τα παραλές. Είναι, σταμάτησα λίγο για να βρω την κατάλληλη λέξη, μεγάλο δεν λέω, αλλά θα τα καταφέρουμε. Εξάλλου δεν έχουμε κι άλλη επιλογή.
-Έχουμε. Να γυρίσουμε πίσω στα μυρμήγκια εφευρέτες και να ζητήσουμε βοήθεια!
-Τι; Να γυρίσουμε πίσω; Είσαι με τα καλά σου; Και τι να τους πούμε; Ότι φοβηθήκαμε ένα δάσος; Θα μας κοροϊδεύουν.

Ο φίλος μου έσκυψε το κεφάλι και μουρμούρισε.

-Εντάξει, ό, τι πεις.

Έτσι, μετά από λίγο μπαίναμε σε ένα τελείως άγνωστο κόσμο που μας επιφύλασσε πολλές εκπλήξεις.

Μένοντας ο ένας δίπλα στον άλλον και κρατώντας σφικτά τις αποσκευές μας προχωρούσαμε πολύ προσεκτικά. Το εσωτερικό του δάσους ήταν πανέμορφο, επιβλητικό. Τα δέντρα ήταν τόσο ψηλά που δεν μπορούσες να δεις την κορφή τους, ενώ τα κάθε λογής πλάσματα που ζούσαν κρυμμένα στις φυλλωσιές τους έμοιαζαν να μας καλωσορίζουν με ήχους περίεργους και καμιά φορά εκκωφαντικούς. Προχωρούσαμε με τα μάτια καρφωμένα πάνω μέχρι που με ένα τρομερό τίναγμα νιώσαμε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μας.

Η συνέχεια στο επόμενο
 
 

 
 

Η παγίδα!                                                                                  

 Για μια ακόμη φορά η περηφάνια και ο εγωισμός μου με τύφλωσαν και δεν με άφησαν να παραδεχτώ τους κινδύνους που πιθανόν να έκρυβε το δάσος που βρήκαμε στο δρόμο μας. Μπήκαμε μέσα και αν και προχωρούσαμε με προσοχή δεν καταφέραμε να αποφύγουμε την παγίδα που με ένα τρομακτικό σφύριγμα μας τίναξε ψηλά εγκλωβίζοντας μας σε ένα δίχτυ δέκα μέτρα πάνω από το έδαφος.   

Η τρομάρα και ο φόβος μας παρέλυσαν. Δεν μπορούσαμε ούτε να μιλήσουμε πόσο μάλλον να κινηθούμε. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε μέχρι να βρούμε το κουράγιο να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον.

-Συγγνώμη, ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμισα.
-Δεν έχει πια σημασία. Αυτό που έχει σημασία τώρα είναι να βρούμε έναν τρόπο να ξεφύγουμε από δω πριν μας πιάσουν.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και ένα βουητό ακούστηκε. Κοιτάξαμε γύρω μας και παγώσαμε από φόβο. Σε χρόνο ρεκόρ μας περικύκλωσαν εκατοντάδες φτερωτά μυρμήγκια. Οι κεραίες τους ήταν σε θέση μάχης και εμείς αγκαλιαστήκαμε και περιμέναμε το τέλος.

Μόνο που δεν μας σκότωσαν αλλά μας ελευθέρωσαν και αφού μας έδεσαν μας οδήγησαν στη φωλιά τους  που βρισκόταν στα κλαδιά ενός πανύψηλου δέντρου. Πρώτη φορά αντίκριζα τέτοιου είδους φωλιά.

-Σαν φρούριο μοιάζει, μου ψιθύρισε ο φίλος μου και είχε απόλυτο δίκιο.

Περιτριγυρισμένη από ένα τείχος με χοντρά κλαδιά και με μυρμήγκια φρουρούς έδινε ξεκάθαρα το μήνυμα ότι αυτά τα μυρμήγκια ετοιμάζονταν για πόλεμο.

Με το που μπήκαμε μέσα οι υποψίες μας επιβεβαιώθηκαν. Στα δεξιά μας καμιά δεκαριά μυρμήγκια εξασκούνταν στη βολή αχινού ενώ στ αριστερά μας μια άλλη ομάδα μυρμηγκιών πάλευαν μεταξύ τους με ένα κοντό κλαδί αγριελιάς.

-Πού μας πάτε; τους ρώτησα όταν ένιωσα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν αλλά αυτοί αντί για απάντηση με έσπρωξαν τόσο βίαια που σωριάστηκα στο χώμα. Ο φίλος μου προσπάθησε να με σηκώσει αλλά αδύναμος κι αυτός δεν τα κατάφερε. Τότε άρχισαν να με τραβούν από τις κεραίες. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Πρέπει να έχασα τις αισθήσεις μου γιατί όταν προσπάθησα να κουνήσω τις κεραίες μου δεν βρήκα κανένα εμπόδιο. Τότε σηκώθηκα με κόπο και είδα μπροστά μου ένα κατάμαυρο μυρμήγκι με τέσσερα κάτασπρα φτερά και δύο τεράστιες κεραίες που έδειχναν τις άγριες διαθέσεις του.

-Ο αρχηγός τους, μου ψιθύρισε ο φίλος μου.
 
 

 
 

Τα φτερωτά μυρμήγκια!                                                           

Όταν μας συνέλαβαν τα φτερωτά μυρμήγκια και μας μετάφεραν στη φωλιά τους πίστεψα ότι την είχαμε άσχημα και βεβαιώθηκα όταν είδα τον αρχηγό τους.

Η όψη του και μόνο ήταν αρκετή για να μας τρομοκρατήσει.

-Τι βλέπουν οι κεραίες μου; μας είπε με ειρωνικό ύφος. Ένα μυρμήγκι-Αϊνστάιν και ένα μυρμήγκι-άνθρωπος. Απίθανος συνδυασμός!

Καλωσορίσατε στη φωλιά μας, συνέχισε. Ελπίζω να μην σας κακομεταχειρίστηκαν! Μας χαμογέλασε αλλά δεν μας έπεισε για τις καλές του προθέσεις.

Τότε χτύπησε τις φτερούγες του και οι φρουροί που ήταν δίπλα μας εξαφανίστηκαν στη στιγμή ενώ δύο κύπελλα με χυμό αγγουριού βρέθηκαν μπροστά μας. Καθίστε, συνέχισε αυτός στον ίδιο τόνο, πιείτε κάτι. Φαίνεστε πολύ κουρασμένοι.

Εμείς αλληλοκοιταχτήκαμε. Το ύφος του δεν μας άρεσε, ξέραμε ότι οι ευγενικοί του τρόποι ήταν ψεύτικοι αλλά δεν αρνηθήκαμε το ποτό που μας πρόσφερε. Το είχαμε τόση ανάγκη! Το ήπιαμε με βουλιμία και αφού στραγγίσαμε και την τελευταία του σταγόνα καθίσαμε. Όταν πια αρχίσαμε να χαλαρώνουμε ξεκίνησε η ανάκριση. Πού ήσασταν; Ποιους συναντήσατε; Τι είδατε; Πώς σας υποδέχτηκαν;. Απαντήσαμε με ειλικρίνεια σε όλες του τις ερωτήσεις κι αυτός σίγουρος πια ότι μας είχε του χεριού του προχώρησε ένα βήμα πάρα πέρα.

-Έχω ακούσει ότι τα μυρμήγκια-εφευρέτες έχουν κάνει φοβερές ανακαλύψεις. Είδατε καμιά;

Ο φίλος μου ετοιμάστηκε να απαντήσει αλλά η ματιά μου τον σταμάτησε. Αποκλείεται να ρωτούσε από απλό ενδιαφέρον, όσο κι αν προσπαθούσε να μας πείσει γι αυτό. Κάτι άλλο επιδίωκε. Μα τι; Λες να θέλει να τους επιτεθεί;, αναρωτήθηκα και ανατρίχιασα.  Μα γιατί; Τα μυρμήγκια εφευρέτες ποτέ δεν θα τους προκαλούσαν. Μισούσαν τον πόλεμο. Αυτοί αγαπούσαν την καλοπέραση, τη διασκέδαση, τη ζωή.

-Λοιπόν; Γιατί δεν απαντάτε; ρώτησε ξανά ο αρχηγός τους φανερά εκνευρισμένος.
-Δεν είδαμε, του απάντησα με αποφασιστικότητα.
-Δεν είδατε ή δεν θέλετε να μου πείτε;
-Δεν είδαμε, επέμεινα εγώ.

Τότε η μάσκα έπεσε και αποκάλυψε τον πραγματικό του εαυτό. Ο θυμός τέντωσε τις κεραίες του και τίναξε τα φτερά του.

-Αν δεν μιλήσετε θα το μετανιώσετε σκληρά!
Εμείς όμως δεν αλλάξαμε γνώμη. Δεν μπορούσαμε να προδώσουμε τα μυρμήγκια που μας φέρθηκαν τόσο καλά.

Τότε με ένα τίναγμα των φτερών του βρέθηκε ανάμεσά μας και μας απείλησε:

-Νομίζετε ότι είστε δυνατοί; Μα έννοια σας, σε λίγες μέρες θα μου πείτε ό, τι ξέρετε! Φρουροί! Πάρτε τους και όταν είναι έτοιμοι να μιλήσουν φέρτε μου τους εδώ.

Η συνέχεια στο επόμενο

 
 

 
 

Η ιπτάμενη φυλακή!!                                                                        

Με φοβερή προσπάθεια τέντωσα τις κεραίες μου, ίσιωσα τον κορμό μου και προσπάθησα να καταλάβω πού βρισκόμουν αλλά το εκτυφλωτικό φως που εισχωρούσε από δεκάδες τρύπες με αποπροσανατόλιζε. Λύγισα μεμιάς τις κεραίες και με τα πόδια μου άρχισα να εξερευνώ το χώρο γύρω μου. Με την πρώτη μου κίνηση το πόδι μου εισχώρησε σε μια τρύπα και έμεινε να αιωρείται στο κενό.

-Ωχ! Βρίσκομαι σε ιπτάμενη φυλακή! μονολόγησα και άρχισα να φωνάζω σαν τρελός τον φίλο μου αλλά σιωπή διαδέχτηκε τα ξεφωνητά μου.

Αποκαμωμένος έγειρα κάτω και με πήραν τα κλάματα. Τότε ένιωσα κάτι να με χτυπάει. Ένα μικρό ξυλάκι βρέθηκε δίπλα μου! Ο Γιώργος, σκέφτηκα και αναθάρρησα λιγάκι. Σε λίγο ένα δεύτερο βρήκε τη δεξιά μου κεραία. Ο Γιώργος είναι κοντά μου, αλλά πού; Έσκυψα με προσοχή και έβαλα τη μια μου κεραία ανάμεσα στα κενά που άφηναν τα φύλλα. Τότε είδα μια ολόιδια ιπταμένη φυλακή δέκα μέτρα κάτω από τη δική μου. Δεν κατάφερα να δω τον Γιώργο αλλά ήμουν σίγουρος ότι ήταν μέσα. Βρήκα ένα κομμάτι κλαδί και το έριξα με δύναμη. Μετά από λίγο είδα το χέρι του να με χαιρετάει.

Χαμογέλασα για πρώτη φορά αφότου μπήκαμε σ αυτή την καταραμένη φωλιά. Στριμώχτηκα σε μια γωνιά και άρχισα να σκέφτομαι. Πρέπει με κάθε τρόπο να βγούμε από αυτή τη φυλακή και να ειδοποιήσουμε τα μυρμήγκια-εφευρέτες για τον κίνδυνο που τους απειλεί. Όμως το κάθε πράγμα στον καιρό του. Πρώτα πρέπει να βγω από εδώ μέσα. Πώς όμως; Τότε ήρθε στο μυαλό μου ο προπροπροπάππος μου και το βιβλίο του. Ίσως εκεί μπορούσα να βρω χρήσιμες πληροφορίες. Ευτυχώς που δεν με έψαξαν γιατί αλλιώς θα το έβρισκαν καλά φυλαγμένο κάτω από την κοιλιά μου. Το άνοιξα και κάπου στη μέση είδα ένα τεράστιο φτερωτό μυρμήγκι να με κοιτάζει με το άγριο βλέμμα του. Μου θύμισε τόσο έντονα τον αρχηγό τους που ανατρίχιασα. Κάτω από τη ζωγραφιά παράθετε σημαντικές πληροφορίες. Τα φτερωτά μυρμήγκια ήταν το πιο πολεμοχαρή και το πιο επικίνδυνο γένος μυρμηγκιών. Σκοπός της ζωής τους ήταν να γίνουν κυρίαρχοι όλων των μυρμηγκιών. Πριν πολλά χρόνια είχαν φτάσει πολύ κοντά στο να κάνουν πραγματικότητα το όνειρό τους αλλά οι άλλες φυλές μπροστά στον κίνδυνο ενώθηκαν και τους νίκησαν. Δυστυχώς όμως δεν τους αφάνισαν. Οι λίγοι που έμειναν ορκίστηκαν εκδίκηση και βάλθηκαν να προετοιμάζουν το επόμενο τους κτύπημα, που θα ήταν τρομερό.

Αυτά που διάβασα επιβεβαίωσαν τους φόβους μου. Τα φτερωτά μυρμήγκια είχαν ανάγκη τις εφευρέσεις των μυρμηγκιών-εφευρετών και αν έπεφταν στα χέρια τους τότε δεν υπήρχε σωτηρία για κανέναν μας. Τότε έδωσα μια υπόσχεση, ότι θα έκανα τα αδύνατα δυνατά να εμποδίσω τα φτερωτά μυρμήγκια να πετύχουν τους κακούς σκοπούς τους.

 
 

 
 

Το όνειρο

Ο προπροπροπάππος μου είχε την ατυχία να πέσει στα χέρια των φτερωτών μυρμηγκιών γι αυτό και γνώριζε καλά τις συνήθειες αλλά και τις αδυναμίες τους. Στις δύο πυκνογραμμένες σελίδες βρήκα αμέτρητες πληροφορίες για το επικίνδυνο αυτό γένος μυρμηγκιών αλλά δύο ήταν αυτές που συγκράτησα, ότι έχουν ευαίσθητη ακοή και ότι η φωλιά τους δεν ήταν τόσο τέλεια όσο φαινόταν.

Σύμφωνα λοιπόν με τον προπροπροπάππο μου ο δυνατός θόρυβος αποσυντόνιζε και αποδυνάμωνε τα φτερωτά μυρμήγκια. Φύλαξα αυτή την πληροφορία σε μια γωνιά του μυαλού μου, σίγουρος ότι θα τη χρειαζόμουν πολύ σύντομα και βάλθηκα να σκέφτομαι ένα τρόπο να δραπετεύσω από τη φυλακή.

Κοίταξα γύρω μου. Τα κενά που άφηναν μεταξύ τους τα κλαδιά ήταν μικρά και δεν μπορούσα να περάσω ανάμεσά τους κι αν πάλι έβρισκα τρόπο να το κάνω θα βρισκόμουν στον αέρα, κι αυτό σήμαινε, θάνατο. Σίγουρα θα υπήρχε άλλος τρόπος. Όσο όμως κι αν βασάνισα το μυαλό μου δεν κατάφερα να το βρω. Αποκαμωμένος και απογοητευμένος κουλουριάστηκα σε μια γωνιά και έδιωξα κάθε σκέψη. Ήθελα να ηρεμήσω, ίσως με καθαρό μυαλό να μπορούσα να βρω τη λύση που έψαχνα. Έκλεισα τις κεραίες μου και κοιμήθηκα. Τότε μια φωνή μου ψιθύρισε στο αυτί

Όταν ξύπνησα ένιωθα ξεκούραστος και ανανεωμένος. Ίσιωσα τις κεραίες μου και τότε θυμήθηκα! Η λύση βρίσκεται στην είσοδο, μου είπε η φωνή. Ο προπροπροπάππος μου. Η είσοδος! Ως τώρα σκεφτόμουν πώς να δραπετεύσω από κάποιο άλλο σημείο εκτός από την είσοδο. Αν όμως η είσοδος ήταν στ αλήθεια η λύση; Το μυαλό μου φωτίστηκε και άρχισε να καταστρώνει ένα τολμηρό σχέδιο που με λίγη τύχη θα με βοηθούσε να δραπετεύσω.

Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο φρουρός με βρήκε βαριά άρρωστο. Δεν μου έδωσε και ιδιαίτερη σημασία παρά τα παρακάλια μου. Άφησε το φαγητό και γύρισε να φύγει. Τότε έπαιξα το τελευταίο μου χαρτί.

Χρειάζομαι τη βαλίτσα μου, εκεί έχω το φάρμακο μου. Αν σε λίγα λεπτά δεν το πάρω θα πεθάνω και ο αρχηγός σας δεν θα μάθει τίποτα για τα μυρμήγκια-εφευρέτες.

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και είχα τη βαλίτσα στα χέρια μου. Μετά όλα ήταν πιο εύκολα.

 
 

 
 

Τα δώρα-έκπληξη!!                                                           

Όταν ο φρουρός επέστρεψε κρατώντας τη βαλίτσα μου, με δυσκολία κατάφερα να κρύψω την ικανοποίησή μου. Γιατί η βαλίτσα αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη βαλίτσα αφού περιείχε τα δώρα που μου χάρισαν οι φίλοι μου, τα μυρμήγκια-εφευρέτες.

Δώρα μικρά αλλά καταπληχτικά όλα διαλεγμένα από εμένα τον ίδιο με μόνο κριτήριο να σκορπούν το γέλιο και τη διασκέδαση. Ανάμεσα τους οι ψύλλοι-μυρμήγκια που σαν έμπαιναν πάνω σου προκαλούσαν ένα ατελείωτο ξύσιμο, το φάρμακο των δακρύων που δυο σταγόνες του ήταν αρκετές για να σε κάνουν να ρίχνεις μαύρα δάκρυα, το φάρμακο του γέλιου και άλλα πολλά το ίδιο παράξενα μα και ξεκαρδιστικά.

Αναποδογύρισα τη βαλίτσα κι αυτά ξεχύθηκαν έξω ζωντανεύοντας παλιές ωραίες στιγμές. Μα δεν ήταν ώρα για αναπολήσεις, ο χρόνος κυλούσε κι εγώ έπρεπε να βρω τον τρόπο να δραπετεύσω και δεν άργησα να τον βρω. Έμοιαζε με σπόρο σιταριού μόνο που δεν ήταν για φάγωμα αλλά ...

Ο φρουρός άνοιξε την πόρτα και με βρήκε κουλουριασμένο στο βάθος, προσποιούμενο τον άρρωστο αλλά πανέτοιμο για μάχη. Περίεργος πλησίασε και έσκυψε να δει αν είμαι ζωντανός. Τότε με όση δύναμη είχα μέσα μου πίεσα το ψεύτικο σπόρο σιταριού που κρατούσα στη δεξιά μου κεραία. Τότε ένας έντονος, διαπεραστικός θόρυβος όρμησε στον εχθρό σαν άγριο θεριό και τον δίπλωσε στα δυο. Ο φρουρός σπαρταρούσε σαν το ψάρι και δίπλωσε τις κεραίες του σε μια προσπάθεια να προστατέψει τον εαυτό του από τον θόρυβο που συνέχιζε με την ίδια ένταση. Χωρίς να χάσω καιρό του έδεσα τα φτερά και τις κεραίες, για να μη μπορεί να επικοινωνήσει με τους δικούς του και βάζοντας την πολύτιμη βαλίτσα μου στους ώμους όρμησα έξω χωρίς να σκεφτώ και ... βρέθηκα στον αέρα, να πέφτω στο κενό με μεγάλη ταχύτητα.

Κοίταξα γύρω μου απελπισμένος προσπαθώντας να βρω κάπου να πιαστώ αλλά δεν πρόλαβα αφού προσγειώθηκα ακριβώς πάνω σε μια άλλη φυλακή. Έμεινα για λίγο ακίνητος απορώντας που ήμουν ακόμη ζωντανός. Όταν επιτέλους σήκωσα τις κεραίες μου συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν στη φυλακή του φίλου μου του Γιώργου. Στηριζόμενος στα μικρά παραθυράκια της φυλακής κατάφερα να φτάσω στην πόρτα και να την ανοίξω.

Η συνέχεια στο επόμενο